Τι είναι η χρονική καμπύλη επιτοκίων;
Τι σημαίνει όμως, και πότε συμβαίνει το φαινόμενο της «ανεστραμμένης καμπύλης» αναλύει ο Πέτρος Στεριώτης
Τα δύο χρεόγραφα που χρησιμοποιούνται συχνότερα στην ανάλυση της χρονικής καμπύλης αποδόσεων είναι τα 2ετή και τα 10ετή κρατικά ομόλογα ΗΠΑ, για τα οποία αφενός υπάρχουν τα περισσότερα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία και αφετέρου λόγω της βαρύνουσας σημασίας που έχει η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη στην πορεία των παγκόσμιων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κύκλων.
Η χρονική καμπύλη απόδοσης έχει συνήθως θετική (ανοδική) κλίση, διότι οι επενδυτές φυσιολογικά απαιτούν μεγαλύτερες αποδόσεις υπό τη μορφή υψηλότερου επιτοκίου ως αποζημίωση για τον κίνδυνο που εμπεριέχει ο δανεισμός χρημάτων για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Καθώς, λοιπόν, τόσο ο κίνδυνος του πληθωρισμού όσο και η πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων από τον δανειζόμενο αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου, ένα ομόλογο δεκαετούς διάρκειας προσφέρει («υπό κανονικές συνθήκες») απόδοση υψηλότερη σε σχέση με ένα διετές.
Σε περιόδους δημοσιονομικής επέκτασης ή και χαλαρής νομισματικής πολιτικής, όταν οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες ενθαρρύνουν την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας, η καμπύλη των αποδόσεων έχει ανοδική κλίση. Όταν η οικονομία είναι ισχυρή, οι επενδυτές ομολόγων αναμένουν υψηλότερες αποδόσεις στο μέλλον λόγω των μεγαλύτερων πληθωριστικών πιέσεων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η περίοδος μετά την οικονομική κρίση του 2008-2009 και το χρονικό διάστημα μετά την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία.
Ως γνωστόν, οι αποδόσεις έχουν αντίστροφη σχέση με τις τιμές των ομολόγων – όταν η τιμή του ομολόγου αυξάνεται, η απόδοση διακράτησης ως τη λήξη (yield to maturity) μειώνεται. Τους τελευταίους μήνες, ο συνδυασμένος κίνδυνος μίας αδύναμης παγκόσμιας οικονομίας λόγω πληθωρισμού και γεωπολιτικών αναταραχών ανέβασε τις αποδόσεις (yields) των αμερικάνικων ομολόγων διετούς διάρκειας περισσότερο από τις αντίστοιχες των ομολόγων δεκαετούς λήξης.