

Οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται μπροστά σε ένα δίλημμα με τεράστιο διακύβευμα: υψηλότερα επιτόκια με στόχο την «τελική επικράτηση» στη «μάχη» τους κατά του πληθωρισμού ή ηπιότερη στάση προς αποφυγήν της οικονομικής επιβράδυνσης ή και των υφεσιακών κινδύνων, που ήδη «χτυπούν την πόρτα» μεγάλων οικονομιών, όπως η Ευρωζώνη (διολίσθησε σε ύφεση το προηγούμενο τρίμηνο).
Αρκεί ένα λάθος πολιτικής, υπό τη μορφή της παρατεταμένης νομισματικής σύσφιξης, για να προκαλέσει νέο «κύκλο» απωλειών που συνδέονται με την πιστωτική συρρίκνωση.Επιπλέον, όσο θα περνάει ο χρόνος, θα γίνονται πιο ορατά -παρά την όποια καθυστέρηση (lag)- τα αποτελέσματα από τη διάχυση της στενότερης νομισματικής πολιτικής στην οικονομική δραστηριότητα και τους ισολογισμούς των τραπεζικών ιδρυμάτων.
Σε αυτά τα πλαίσια, η ανεστραμμένη καμπύλη των ομολογιακών αποδόσεων απεικονίζει την έμπρακτη ανησυχία των Αγορών ότι οι κεντρικές τράπεζες, στην προσπάθειά τους να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό, θα προκαλέσουν οικονομική ύφεση τουλάχιστον στις ΗΠΑ μέσα στο επόμενο διάστημα.
Έτσι, καθώς οι χρηματιστές βλέπουν τις κεντρικές τράπεζες Federal Reserve και ΕΚΤ να διατηρούν τα επιτόκια παρέμβασης στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών, αμφισβητούν τρόπον τινά την ικανότητα των υπευθύνων χάραξης νομισματικής πολιτικής να αποφύγουν τη λεγόμενη «απότομη προσγείωση» της παγκόσμιας οικονομίας.
Στον απόηχο των πληθωριστικών μετρήσεων και των επίσημων ανακοινωθέντων της προηγούμενης «σούπερ εβδομάδας», οι παγκόσμιοι επενδυτές και οι οικονομολόγοι δεν μοιάζουν απόλυτα πεπεισμένοι για το ρυθμό με τον οποίο οι Κεντρικές Τράπεζες θα συνεχίσουν να ακριβαίνουν το κόστος του χρήματος ή θα τραβήξουν το «πόδι από το γκάζι».
Σε κάθε περίπτωση, ο πληθωρισμός αποτελεί μία Λερναία Ύδρα, που δεν επιτρέπει στις νομισματικές Αρχές τον εφησυχασμό, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την μελλοντική αξία του χρήματος και την αποτίμηση των χρηματιστηριακών επενδύσεων.



