«Φιλελεύθερος» Κύπρου (έντυπη έκδοση) 17/7/2022

Τα Χρηματιστήρια Αγροτικών Προϊόντων και ο πλανήτης που πεινά

Πέτρος Στεριώτης

Την τελευταία διετία, οι τιμές των χρηματιστηριακώς διαπραματευόμενων αγροτικών προϊόντων (καφές, ρύζι, ζάχαρη, καλαμπόκι, σιτάρι, βαμβάκι κλπ) αυξήθηκαν λόγω της ανόδου των ενεργειακών τιμών, που εκτίναξε τα κόστη παραγωγής και μεταφοράς, και των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η κατάσταση θα επιδεινωθεί εάν στο μείγμα προστεθούν πιθανοί επιπρόσθετοι περιορισμοί, λόγω νέου κύματος πανδημίας, το υψηλότερο κόστος του χρήματος λόγω των επιτοκίων κ.ο.κ.  Παρ’ όλα αυτά, εσχάτως, οι προσδοκίες των επενδυτών για την πορεία της μελλοντικής ζήτησης αγροτικών προϊόντων και κατά συνέπεια η αγοραστική υπεροχή και η ανοδική κερδοσκοπική μανία στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων δέχθηκαν ένα βαρύ πλήγμα, λόγω του ότι οι υψηλές τιμές συμπιέζουν την κατανάλωση και την οικονομική ορατότητα.

Εν μέσω της ιστορικών διαστάσεων αστάθειας στις τιμές των γεωργικών εμπορευμάτων, το παγκόσμιο ισοζύγιο παραγωγής-κατανάλωσής τους αναμένεται να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις τα επόμενα χρόνια. Από την πλευρά της οικονομικής προσφοράς, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, η οποία εκφράζεται μέσω ακραίων καιρικών φαινομένων, και οι διαταραχές των δύο τελευταίων ετών στην εφοδιαστική αλυσίδα συντηρούν μία “εύφλεκτη” κατάσταση. Από την άλλη, ο υπερπληθυσμός στις χώρες χαμηλότερου ακαθάριστου κατά κεφαλήν εισοδήματος και η κοινωνική άνοδος νέων στρωμάτων τονώνουν την εν δυνάμει ζήτηση. Η εν λόγω ανισορροπία “διορθώνεται” σε ένα κάποιον βαθμό από την γήρανση του πληθυσμού και την υπογεννητικότητα στις αναπτυγμένες οικονομίες και από τον κορεσμό των εκεί καταναλωτών για πολλά βασικά είδη διατροφής.

Με βάση μακροχρόνια ιστορικά δεδομένα, οι αγορές εμπορευμάτων εμφανίζουν μεγάλη τασικότητα και τα ανοδικά τους σκέλη μπορούν να διαρκέσουν αρκετά χρόνια, με τις τιμές να έχουν υπεραποδώσει σε αντίστοιχα χρονικά διαστήματα. Σε ανθρώπινο επίπεδο και πέραν της θεωρητικής και στατιστικής μελέτης των τιμών των τροφίμων, τόσο η μακροχρόνια αυξητική τους τάση όσο και η υψηλότατη μεταβλητότητά τους αποτελούν τεράστιες προκλήσεις για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια και ειδικότερα για τους φτωχότερους και τους χρονίως υποσιτιζόμενους πληθυσμούς του πλανήτη. Παρά την αύξηση του παγκόσμιου πλούτου, το χάσμα στα επίπεδο διαβίωσης μεταξύ διαφόρων χωρών παραμένει “πληγή” και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στα θέματα κάλυψης των διατροφικών αναγκών.

Ανοδική η γενική τάση αλλά σε φάση βαθιάς διόρθωσης οι τιμές των αγροτικών εμπορευμάτων στα Χρηματιστήρια (δείκτης S&P GSCI Agriculture).

Σε αυτά τα πλαίσια, ο αγροτικός τομέας καλείται να αυξήσει την παραγωγικότητά του και κατ’ επέκταση την ποσότητα που μπορεί να διαθέτει στην παγκόσμια αγορά. Για να συμβεί αυτό, σε εθνικό επίπεδο απαιτείται η συνδρομή στοχευμένων δημοσιονομικών δράσεων, προκειμένου να δημιουργηθούν υποδομές και κίνητρα για την κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού, παράλληλα με ιδιωτικές επενδύσεις για την εξέλιξη και αξιοποίηση νέων τεχνολογιών παραγωγής. Σε διεθνές επίπεδο απαιτείται ένα βιώσιμο σύστημα πολυμερών εμπορικών συναλλαγών, με περιφερειακές εμπορικές συμφωνίες, βασισμένες  στις αρχές της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας και του σεβασμού στο περιβάλλον.

Η εύρυθμη πρόσβαση κάθε περιοχής του πλανήτη στην παγκοσμιοποιημένη αγορά τροφίμων αποτελεί ζωτική ανάγκη και όχι πολυτέλεια. Ειδικά στην παρούσα φάση, στην οποία ο υψηλός πληθωρισμός και η γεωπολιτική αστάθεια βρίσκονται στο κρισιμότερο ίσως σημείο των τελευταίων δεκετιών και δημιουργούν ένα τοξικό “κοκτεϊλ” με κίνδυνο τον περαιτέρω κατακερματισμό των αγορών γεωργικών προϊόντων, η έμπρακτη εφαρμογή των αρχών που καλείται να πρεσβεύει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) και η εμπέδωση της αλληλεγγύης μεταξύ των χωρών έχουν σημασία για το μέλλον όλων μας.

* Οικονομολόγος και στέλεχος ΚΕΠΕΥ (thetradingstrategist@yahoo.com).

Σχολιάστε