“Η αποδυνάμωση του ευρώ αυξάνει το κόστος και μειώνει τα περιθώρια κέρδους των Ευρωπαίων εισαγωγέων, καθώς αυτοί απαιτείται να διαθέτουν μεγαλύτερα ποσά του Ευρωνομίσματος, προκειμένου να αγοράσουν τις απαραίτητες προμήθειες από Χώρες εκτός Ευρωζώνης και συγκεκριμένα από τον σημαντικό τους εμπορικό εταίρο, τις ΗΠΑ”, σύμφωνα με την άποψη του Πέτρου Στεριώτη.
Τριγμοί και στο εσωτερικό της ΕΚΤ, καθώς η υποχώρηση του Ευρώ στο χαμηλότερο επίπεδο του 21ου αιώνα και ο κίνδυνος νέου “κατακερματισμού” (sic) των Ευρωπαϊκών ομολογιακών Αγορών, απέδειξαν εκ νέου τα αργά αντανακλαστικά της Νομισματικής Αρχής.
Δύσκολη η συγκυρία και για την ενεργοβόρο Γερμανία, η οποία βρίσκεται σε γεωπολιτικές συμπληγάδες και με μία νέα Καγκελαρία η οποία έχει δημιουργήσει ερωτηματικά, σε ότι αφορά την αποτελεσματικότητά της να ηγηθεί του Ευρωμπλόκ.
Στις ΗΠΑ η Οικονομία εισέρχεται, κατά πολλούς αναλυτές, σε φάση επιβεβαιωμένης ύφεσης, καθώς υπάρχει μεγάλη πιθανότητα μέτρησης δύο διαδοχικών τριμήνων αρνητικής ανάπτυξης.
Αναφορικά με τα “άλματα” του πληθωρισμού στις μεγάλες οικονομίες, στην πράξη αποδεικνύεται ότι οι μετοχές ως “asset class”, δεν αποτελούν την ιδανική αντιπληθωριστική “ασπίδα”.
Βεβαίως βιώνουμε το παράδοξο, ακόμη και τα Πολύτιμα Μέταλλα (Χρυσός, Ασήμι, Πλατίνα) να βρίσκονται σε φάση βαθιάς διόρθωσης, παρότι αυτά θεωρούνται ικανά μέσα προστασίας των επενδυτικών χαρτοφυλακίων, από την άνοδο του τιμαρίθμου.
Επιπλέον, τα Πολύτιμα Μέταλλα αποτυγχάνουν να σημειώσουν καθαρές εισροές, ακόμη και εν μέσω της εν εξελίξει εμπόλεμης κατάστασης στην Ανατολική Ευρώπη. Ποιος είπε ότι οι Αγορές είναι εύκολες και ότι οι “μπούσουλες” του παρελθόντος θα προσφέρουν εσαεί “εύκολο χρήμα”;
Σε τέτοιο διεθνές περιβάλλον, πώς θα μπορούσε μία Αγορά σαν το Χ.Α. να μην δεχθεί πληγές, αν και βρήκε προσωρινή κατάσταση ισορροπίας στα διπλά χαμηλά ενός και πλέον έτους, στην περιοχή των 780 μονάδων.
Συνίσταται προσοχή, καθώς ανοδικές αντιδράσεις από σπουδαίες διαγραμματικές στηρίξεις, συχνά δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι η “καταιγίδα πέρασε”, παρότι στην πραγματικότητα αυτό που προσφέρουν είναι μία ευκαιρία “ξεφορτώματος” σε “εγκλωβισμένους”, αλλά και σε κερδοσκοπικής φύσεως αγοραστές τιμών, που εκ πρώτης όψεως παρουσιάστηκαν σαν μακροχρόνιας φύσης επενδυτικές ευκαιρίες.
Τραγική θα λέγαμε, διαγραμματικά, η εικόνα του τραπεζικού κλάδου, με κάποιους να πιθανολογούν το ενδεχόμενο νέας απίσχνασης (dilution) των μετοχών. Άλλωστε η επενδυτική εμπιστοσύνη είναι κάτι που κερδίζεται με αρκετό κόπο και πράξεις, ενώ μπορεί να χαθεί εύκολα.
Σε δημοσιονομικό επίπεδο για την Ελλάδα, η αύξηση του κόστους των εισαγομένων (συμπεριλαμβανομένου του Πετρελαίου), επιδεινώνει το εμπορικό έλλειμμα χωρών και μεταξύ άλλων μειώνει την καθαρή φορολογητέα ύλη των Επιχειρήσεων του Ιδιωτικού τομέα, τη δυναμική της Αγοράς Εργασίας, την καταναλωτική εμπιστοσύνη κλπ. Σαν να μην ήταν αρκετά τα ενεργειακά ζητήματα και η ακρίβεια, εκτιμούμε ότι η εκλογολογία και τα Ελληνοτουρκικά ταράζουν τις επενδυτικές προσδοκίες στο ούτως, ή άλλως «ευαίσθητο» Χ.Α.
Κοιτώντας το δεκαετές Κρατικό ομόλογο, καλοδεχούμενη η υποχώρηση του επιτοκίου απόδοσης από το 4,75%, στο τρέχον 3,55%. Η πρόσφατη υπεροχή των πωλητών στα τερματικά των dealers του Ελληνικού ομολόγου δεν ήταν εκτός λογικής, καθώς το spread του με το Γερμανικό έδειχνε πριν από μερικούς μήνες ότι η χώρα μας είχε πετύχει υψηλότατη επενδυτική βαθμίδα αξιολόγησης. Δεδομένου ότι αρκετές Ιδιωτικές Επιχειρήσεις βγήκαν στις Αγορές τα τελευταία χρόνια με εκδόσεις πολυετούς διάρκειας ομολόγων, για να “εκμεταλλευτούν” το θετικό επενδυτικό sentiment, η τρέχουσα άνοδος του επιτοκίου δανεισμού θα μετακυλιστεί και σε αυτές, εφόσον αποφασίσουν να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους με νέα “χαρτιά”.
“Δύσκολο να το πράξουν στην παρούσα φάση των Χρηματαγορών, η οποία ‘τιμωρεί’ την έλλειψη ορατότητας”, τονίζει ο κ. Στεριώτης (ανώτατο στέλεχος ΚΕΠΕΥ).